
Η σύναψη ενός συμβολαίου αποτελεί την πιο συνηθισμένη νομική πράξη τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον επιχειρηματικό κόσμο. Ένα συμβόλαιο δημιουργεί δεσμεύσεις και δικαιώματα που πρέπει να τηρούνται, είτε πρόκειται για ένα απλό ιδιωτικό συμφωνητικό είτε μια πολύπλοκη εμπορική σύμβαση. Όταν όμως, κατά τη σύνταξη ή τη σύναψή του υπάρχουν σοβαρά νομικά ελαττώματα, το συμβόλαιο μπορεί να καταστεί άκυρο, δηλαδή να θεωρείται ότι δεν υπήρξε ποτέ νομικά έγκυρο. Γι’ αυτό και η κατανόηση των λόγων ακυρότητας είναι αναγκαία για την πρόληψη λαθών και για την προστασία των μερών.
Σε αυτό το άρθρο, ασχολούμαστε με τους πιθανούς λόγους ακυρότητας ενός συμβολαίου.
Τι Είναι η Ακυρότητα;
Σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, η ακυρότητα συμβολαίου σημαίνει ότι η σύμβαση δεν παράγει έννομες συνέπειες. Το άρθρο 180 ΑΚ ορίζει ότι πράξη που είναι άκυρη θεωρείται σαν να μην έγινε ποτέ. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες, όπως επιστροφή παροχών, απώλεια δικαιωμάτων ή ακόμα και αστικές αξιώσεις.
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι πως η ακυρότητα μπορεί να είναι απόλυτη ή σχετική.
-
Απόλυτα άκυρη είναι η σύμβαση που προσκρούει στη δημόσια τάξη ή στον νόμο (άρθρο 174 ΑΚ).
-
Σχετικά άκυρη είναι η σύμβαση που επηρεάζεται από ελάττωμα της βούλησης, όπως πλάνη ή απάτη, και μπορεί να ακυρωθεί μετά από αίτηση του θιγόμενου (άρθρα 140- 147 ΑΚ).
Λόγοι Ακυρότητας Συμβολαίου
#1 Έλλειψη Βούλησης ή Ελαττώματα Βούλησης
Μία από τις συνηθέστερες αιτίες ακυρότητας είναι τα ελαττώματα βούλησης. Το άρθρο 142 ΑΚ προβλέπει ότι σύμβαση που συνάφθηκε υπό ουσιώδη πλάνη μπορεί να ακυρωθεί. Για παράδειγμα, αν κάποιος αγοράσει ακίνητο πιστεύοντας λανθασμένα ότι έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τελικά δεν υπάρχουν, η σύμβαση είναι ακυρώσιμη.
Αντίστοιχα, το άρθρο 147 ΑΚ ορίζει ότι η σύμβαση που προέκυψε μετά από απάτη ή απειλή μπορεί να ακυρωθεί από το θιγόμενο μέρος. Στις περιπτώσεις αυτές, η βούληση του συμβαλλομένου δεν είναι ελεύθερη, άρα η συμφωνία στερείται νομικής ισχύος.
#2 Ανικανότητα για Σύναψη Σύμβασης
Σύμφωνα με το άρθρο 128 ΑΚ, ανίκανοι προς δικαιοπραξία δεν μπορούν να συνάψουν έγκυρες συμβάσεις. Τα άτομα αυτά είναι όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας τους και όσοι βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Συνεπώς, οι συμβάσεις που συνάπτονται χωρίς τον νόμιμο εκπρόσωπο ή πέραν των εξουσιών του κηδεμόνα είναι απόλυτα άκυρες.
#3 Αντίθεση σε Νόμο ή Χρηστά Ήθη
Το άρθρο 174 ΑΚ προβλέπει ότι σύμβαση που έχει παράνομο περιεχόμενο είναι άκυρη. Για παράδειγμα, συμφωνίες που παραβιάζουν τη φορολογική νομοθεσία ή ρυθμίσεις που παρακάμπτουν κανόνες δημόσιας τάξης δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Ακόμα, σύμβαση αντίθετη στα χρηστά ήθη θεωρείται αυτοδικαίως άκυρη, όπως ορίζει το άρθρο 178 ΑΚ. Αυτό αφορά συμφωνίες που θίγουν την κοινωνική ηθική, την αξιοπρέπεια ή θεμελιώδεις κανόνες συναλλακτικής συμπεριφοράς.
#4 Τύπος και Τυπικά Ελαττώματα
Ορισμένες συμβάσεις απαιτούν συγκεκριμένο τύπο για να είναι έγκυρες. Για παράδειγμα, οι συμβάσεις που αφορούν μεταβίβαση ακινήτων πρέπει να γίνονται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο (άρθρα 369 και 1033 ΑΚ). Αν αυτά δεν τηρηθούν, η σύμβαση είναι άκυρη, ανεξάρτητα από την πρόθεση των μερών.
Η ακυρότητα ενός συμβολαίου δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια, αφού μπορεί να ανατρέψει συμφωνίες, να δημιουργήσει διεκδικήσεις και να επιφέρει σημαντική οικονομική ζημία. Επικοινωνήστε με τη δικηγορική εταιρεία μας για να συμβουλευτείτε την ομάδα μας πριν την υπογραφή ενός συμβολαίου.

