Η αρχή της αμεροληψίας αποτελεί μια θεμελιώδη αρχή του ελληνικού νομικού συστήματος. Ο στόχος είναι η διασφάλιση της δίκαιης και αντικειμενικής λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και της δικαιοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, η σημασία της έγκειται στη διασφάλιση της ισότητας όλων των πολιτών ενώπιον του νόμου και στην αποτροπή φαινομένων διακρίσεων, εύνοιας ή σύγκρουσης συμφερόντων.
Σε αυτό το άρθρο, θα εξετάσουμε την αρχή της αμεροληψίας και τις μορφές που παίρνει στην ελληνική νομοθεσία.
Συνταγματική Κατοχύρωση της Αρχής της Αμεροληψίας
Η αρχή της αμεροληψίας απορρέει από το άρθρο 4 του Συντάγματος, το οποίο θεμελιώνει την ισότητα των Ελλήνων πολιτών, καθώς και από το άρθρο 26, που καθιερώνει τη διάκριση των εξουσιών. Παράλληλα, η παράγραφος 1 του άρθρου 103 επιβάλλει στους δημόσιους υπαλλήλους την υποχρέωση να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον με αντικειμενικότητα και ουδετερότητα, πράγμα που εμπίπτει στην αρχή της αμεροληψίας.
Η Αρχή της Αμεροληψίας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
Πέρα από τη συνταγματική κατοχύρωση της αρχής της αμεροληψίας, αυτή διαφαίνεται και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 περί δικαιώματος στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης αναφέρεται ρητά στην αμεροληψία του δικαστηρίου.
Η Αμεροληψία στο Διοικητικό Δίκαιο
Στο πεδίο της διοικητικής δράσης, η αμεροληψία κατοχυρώνεται και από τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) και τροποποιήθηκε με το Νόμο 4962/2022 και ο κώδικας ποινικής δικονομίας με τον νόμο 5187/2025. Το άρθρο 7 αναφέρεται στην αμεροληψία των διοικητικών οργάνων, ορίζοντας πως αυτά θα «πρέπει να παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους». Μάλιστα, η παράγραφος 2 αναφέρει πως οι λειτουργοί οφείλουν να απέχουν από τη διαδικασία εάν η υπόθεση συνδέεται με το προσωπικό συμφέρον τους, ο πολίτης είναι σύζυγος ή συγγενής τους ή εάν έχουν κάποια μορφή σχέσης με τους ενδιαφερόμενους. Επιπλέον, ψηφίζονται και ειδικές διατάξεις όταν κρίνεται απαραίτητο, οι οποίες αφορούν το ασυμβίβαστο ή διάφορα κωλύματα που προκύπτουν.
Η Αρχή της Αμεροληψίας στη Δικαστική Εξουσία
Στη δικαιοσύνη, η αμεροληψία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της ορθής απονομής του δικαίου, η οποία μάλιστα σχετίζεται και με το Σύνταγμα της χώρας μας. Η ελληνική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες για να διασφαλιστεί η αμεροληψία των δικαστών. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχουν άρθρα στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ν. 4620/2019) που ορίζουν περιπτώσεις αποχής και εξαίρεσης δικαστών, όταν υπάρχει αμφιβολία για την αντικειμενικότητά τους. Τα άρθρα αυτά είναι το άρθρο 52 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 14 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Προκλήσεις της Εφαρμογής
Παρά την εκτενή νομοθετική κατοχύρωση, στην πράξη η διασφάλιση της αμεροληψίας παραμένει μια διαρκής πρόκληση. Φαινόμενα διαφθοράς, πολιτικών πιέσεων και σύγκρουσης συμφερόντων αποτελούν συχνά εμπόδια στην εφαρμογή της αρχής αυτής. Η μεροληπτική κρίση αποτελεί μια σοβαρή παράβαση για ένα διοικητικό όργανο και τιμωρείται. Η αρχή της εξαίρεσης, όπως την είδαμε να καθιερώνεται στα διάφορα άρθρα, είναι το βασικό όπλο για τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της αμεροληψίας.
Η αρχή της αμεροληψίας αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας μας. Στην περίπτωση που αντιμετωπίζεται μια κατάσταση παραβίασης αυτού του θεμελιώδους δικαιώματός σας, επικοινωνήστε με το δικηγορικό γραφείο μας.